διάγγελος

διάγγελος
ο
1) адъютант; 2) папский нунций

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διάγγελος" в других словарях:

  • διάγγελος — messenger masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγγελος — ο (AM διάγγελος) 1. ο διαγγελέας 2. υπασπιστής στρατηγού (ιδιαίτερος αξιωματικός) που διαβιβάζει τις διαταγές του (λατ. tesserarius) νεοελλ. 1. παλαιότερα, ο διπλωματικός αντιπρόσωπος τής Αυστριακής Μοναρχίας 2. διπλωματικός αντιπρόσωπος τού πάπα …   Dictionary of Greek

  • διαγγέλοις — διάγγελος messenger masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγγέλους — διάγγελος messenger masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγγέλων — διάγγελος messenger masc gen pl διαγελάω laugh at imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) διαγελάω laugh at imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγγελε — διάγγελος messenger masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγγελοι — διάγγελος messenger masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγγελον — διάγγελος messenger masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγγέλλω — (AM διαγγέλλω) [διάγγελος] 1. κοινοποιώ επίσημα με διαγγελέα 2. διαβιβάζω διαταγή, γνωστοποίηση με αγγελιαφόρο αρχ. 1. εντέλλομαι, διατάζω 2. διαδίδω 3. μέσ. πληροφορούμε ο ένας τον άλλο …   Dictionary of Greek

  • διαγγελία — η (AM διαγγελία) [διάγγελος] η επίσημη γνωστοποίηση με διαγγελέα …   Dictionary of Greek

  • μετάγγελος — μετάγγελος, ό, ἡ (Α) αυτός που μεταβιβάζει ειδήσεις, αγγελίες, διάγγελος, αγγελιαφόρος («Ἶριν θ , ἥ τε θεοῑσι μετάγγελος ἀθανάτοισι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + ἄγγελος] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»